ολομέρεια

ολομέρεια
η (Μ ὁλομέρεια) [ολομερής]
νεοελλ.
το σύνολο τών μερών ενός συνόλου, δηλ. μιας ολοκληρωμένης ομάδας
μσν.
η συνύπαρξη όλων τών μερών, η ακεραιότητα.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”